
«Θέλω να με αγαπάνε». Αυτός θα μπορούσε να είναι τίτλος ζωής για τη Σμαράγδα Καρύδη. Μπορεί μικροί και μεγάλοι να τη λάτρεψαν ως «Ντάλια», στο «Πάρα Πέντε», όμως μέχρι τότε η Σμαράγδα είχε συνεπή και αδιάλειπτη πορεία στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση.
Με γονείς ηθοποιούς, πολλοί θεωρούν πως ήταν αναπόφευκτο για εκείνη να μην κινηθεί στον ίδιο καλλιτεχνικό χώρο. Εκείνη δηλώνει: «Έχω βαρεθεί να απαντάω στην ερώτηση για το αν επηρεάστηκα από τους γονείς μου ή όχι για να γίνω ηθοποιός. Να πω την αλήθεια, ούτε κι εγώ το ξέρω». Πώς αντέδρασαν οι δικοί της; «Χάρηκε ο πατέρας μου. Ήμουν το μόνο παιδί ηθοποιών που οι γονείς του δεν του έφερναν αντιρρήσεις. Δεν ξέρω πώς τους ήρθε αυτό, γιατί κι αυτοί πέρασαν δύσκολα για να πετύχουν. Αλλά οι δικοί μου πάντα με στήριζαν σ’ αυτό το πράγμα, δεν μου είπαν «“μην το κάνεις, θα ταλαιπωρηθείς”». Τα πρώτα της τηλεοπτικά βήματα είναι στα σίριαλ «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά», «Ανατομία ενός εγκλήματος», «Το χρώμα του φεγγαριού», «Λόγω Τιμής». Η παρουσία της μόνο αδιάφορη δεν χαρακτηρίζεται. Ψηλή, ξανθιά, με πράσινα μάτια, είχε όλα τα προσόντα μιας βαμπ, μιας γυναίκας δηλητήριο. Και κατά εκεί βάδιζε μέχρι το «Αχ και να ’ξερες», του Πάνου Κοκκινόπουλου. Η Καρύδη βάζει γυαλιά -κυριολεκτικά-, ντύνεται βαρετά και υποδύεται μια ανασφαλή νοικοκυρά με κρίση ταυτότητας. Είναι η πρώτη φορά που ανακαλύπτουμε τη βαθιά κωμική της φλέβα.Ο κινηματογράφος βρίσκεται στα πλάνα της. Πρωταγωνιστεί στα φιλμ «Θηλυκή εταιρεία», «Αιώνιος φοιτητής» και «Ο καλύτερός μου φίλος» του Λάκη Λαζόπουλου, όπου υποδύεται μια Ουκρανή που κάνει το αντρικό κοινό να αναστενάζει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου